περὶ τῶν μερῶν τοῦ σώματος

νῦν, Ζαφόν, σὲ δεῖ μανθάνειν τὰ μέρη τοῦ σώματος.

πρῶτον μὲν ἄνω ἐστὶν ἡ κεφαλή· ἐπὶ δὲ τῆς κεφαλῆς αἱ τρίχες φύονται καὶ κόμη ὀνομάζονται.

κόμην μέλαιναν ἔχω καὶ σὺ μέλαιναν ἔχεις. ἄλλα χρώματα ξανθὸν καὶ πυρρὸν καὶ καστανοῦν εἰσί.

ἔχω δύο ὦτα. ἔχεις ὦτα δύο καὶ σύ. πάντες ἄνθρωποι δύο ὦτα ἔχουσι καὶ ἀκούομεν τοῖς ὠσίν. τόδε μὲν τὸ ἀριστερὸν οὖς ἐστί. τόδε δὲ τὸ δεξιὸν οὖς.

ὀφθαλμοὺς αὖθις δύο ἔχω καὶ δὴ καὶ ἕκαστός τις. ὁρῶμεν δὲ τοῖς ὀφθαλμοῖς. ὅδε μὲν ὁ ἀριστερὸς ὀφθαλμός ἐστι καὶ ὅδε δὲ ὁ δεξιὸς ὀφθαλμός.

καὶ ὑπὲρ τῶν ὀφθαλμῶν ἐστὶ τὸ μέτωπον, ὑπὸ τοῖς ὀφθαμοῖς καὶ ἡ ῥὶς ἐν μέσῳ καὶ ἑκατέρωθεν παρειαί, αἷς ἐρυθριῶμεν.

ὑπὸ τῇ ῥινὶ καὶ ταῖς παρειαῖς τὸ στόμα ὕπεστι· ἐν δὲ τῷ στόματι ἥ τε γλῶττα καὶ οἱ ὀδόντες· τὸ δὲ γένειον κάτω ἐστὶ τοῦ στόματος, καὶ ἡ ἐπὶ τοῦ γενείου φυομένη θρὶξ καλεῖται πώγων.

πάντα τὰ ἔμπροσθεν τῆς κεφαλῆς καλεῖται πρόσωπον.

ἵσταται δ' ἡ κεφαλὴ ἐπὶ τοῦ τραχήλου. ὑποκεῖνται δὲ τῷ τραχήλῳ οἱ ὦμοι ἑκατέρωθεν. καὶ τὸ μὲν ὄπισθεν μέρος τὸ ὑπὸ τοῖς ὤμοις νῶτον ὀνομάζεται· τὸ δ' ἔμπροσθεν μέρος στῆθος. καὶ τὸ μεταξὺ τοῦ στήθους εἰσὶ στέρνον καὶ δύο μαστοί. ἀπὸ δὲ τῶν ὤμων εἰσιν οἱ βραχίονες. ὅδε μὲν ὁ ἀριστερὸς βραχίων ἐστι καὶ ὅδε δὲ ὁ δεξιὸς βραχίων. τὸ ἔσχατον τοῦ βραχίονος χείρ ἐστι. καὶ ἐν χειρὶ ἑκατέρᾳ πέντε δάκτυλοι.

ἐντὸς τοῦ σώματός εἰσι κοιλίαι. ἡ ἄνω κοιλία θώραξ καὶ ἡ κάτω κοιλία γαστήρ ἐστι. καὶ ἐν μεσῷ τῆς κάτω κοιλίας ὁ ὀμφαλός.

ὑπὸ τῇ γαστέρι ἐστὶ δύο σκέλη. τόδε μὲν τὸ ἀριστερὸν σκέλος ἐστί. τόδε δὲ τὸ δεξιὸν σκέλος. τὸ ἔσχατον τοῦ σκέλους πούς ἐστι. καὶ καὶ ἐφ' ἑκατέρου ποδὸς πέντε δάκτυλοι. βαδίζομεν τοῖς πόσι.


Vocabulary

※ Green background color indicates core vocabulary.

Nouns (τὰ ὀνόματα)
English Definition Dict. Gram. Author
μέρος
part, share
τὸ μέρος the part (nominative and accusative singular)
τὰ μέρη the parts (nominative and accusative singular)
LSJ
264 Her.
Xen.
σῶμα body
τὸ σῶμα the body (nominative and accusative singular)
τοῦ σώματος of the body (genitive singular)
LSJ
258 Her.
Xen.
κεφαλή head
ἡ κεφαλή the head (nominative singular)
τῆς κεφαλῆς of the head (genitive singular)
LSJ
216 Her.
κόμη
hair
ἡ κόμη the hair (nominative singular)
τῆς κόμης of the hair (genitive singular)
τὴν κόμην the hair (accusative singular)
LSJ
216 Her.
Xen.
οὖς ear
τὸ οὖς the ear (nominative and accusative singular)
τοῦ ὠτός of the ear (genitive singular)
τὰ ὦτα the ears (nominative and accusative plural)
LSJ 285
ὀφθαλμός eye
ὁ ὀφθαλμός the eye (nominative singular)
τοὺς ὀφθαλμούς the eyes (object) (accusative plural)
τοῖς ὀφθαλμοῖς  (by means of) the eyes (dative plural)
LSJ 231 Her.
Xen.
μέτωπον forehead, brow
τὸ μέτωπον the forehead (nominative and accusative singular)
τοῦ μετώπου of the spring (genitive singular)
LSJ 231 Her.
Xen.
ῥίς nose
ἡ ῥίς the nose (nominative singular)
τῆς ῥινός of the nose (genitive singular)
τῇ ῥινί to, for, or by the nose (dative singular)
LSJ 259
παρειά
cheek
ἡ παρειά the cheek (nominative singular)
αἱ παρειαί of the cheek (genitive singular)
LSJ 216 Her.
στόμα
mouth
τὸ στόμα the mouth (nominative and accusative singular)
τοῦ στόματος of the mouth (genitive singular)
ἐν τῷ στόματι in the mouth (dative singular)
LSJ 258 Her.
Xen.
γλῶττα tongue, language
ἡ γλῶττα the tongue (nominative singular)
τῆς γλώττης of the tongue (genitve singular)
LSJ 216 Her.
ὀδούς
tooth
ὁ ὀδούς the tooth (nominative singular)
τοῦ ὀδόντος of the tooth (genitive singular)
LSJ 257 Her.
γένειον chin
τὸ γένειον the chin (nominative and accusative singular)
τοῦ γενείου of the chin (genitive singular)
LSJ 231
πρόσωπον face
τὸ πρόσωπον the face (nominative and accusative singular)
τοῦ προσώπου of the face (genitive singular)
LSJ 231 Her.
Xen.
τράχηλος
neck
ὁ τράχηλος the neck (τοῦτο τὸ ὄνομα ἑνικὸν καὶ τῆς ὀνομαστικῆς πτώσεως)
τοῦ τραχήλου of the neck (τὸ ὄνομα ἑνικόν καὶ τῆς γενικῆς πτώσεως)
LSJ
231
ὦμος
shoulder
ὁ ὦμος the shoulder (τοῦτο τὸ ὄνομα ἑνικὸν καὶ τῆς τε ὀνομαστικῆς καὶ αἰτιατικῆς πτώσεως)
τοῦ ὤμου of the shoulder (τὸ ὄνομα ἑνικὸν καὶ τῆς γενικῆς πτώσεως)
LSJ
231 Her.
νῶτον back
τὸ νῶτον the back (ἑνικὸν ὀνομαστικῆς)
τοῦ νώτου of the back (ἑνκιόν γενικῆς)
LSJ
231 Her.
στῆθος
chest
τὸ στῆθος the chest (ἑνικὸν ὀνομαστικῆς)
τοῦ στήθους of the chest (ἑνκιόν γενικῆς)
LSJ 264 Her.
Xen.
στέρνον sternum (can also refer more broadly to the chest)
τὸ στέρνον the sternum (ἑνικὸν ὀνομαστικῆς)
τοῦ στέρνου of the sternum (ἑνικὸν γενικῆς)
LSJ
231 Her.
Xen.
μαστός breast
ὁ μαστός the breast (ἑνικὸν ὀνομαστικῆς)
τοῦ μαστοῦ of the breast (ἑνικὸν γενικῆς)
οἱ μαστοί the breasts (πληθυντικόν ὀνομαστικῆς)
LSJ 231
βραχίων arm
ὁ βραχίων the arm (ἑνικὸν ὀνομαστικῆς)
τοῦ βραχίονος of the arm (ἑνικὸν γενικῆς)
οἱ βραχίονες  the arms (πληθυντικόν ὀνομαστικῆς)
LSJ 262 Her.
χείρ hand
ἡ χείρ the hand (ἑνικὸν ὀνομαστικῆς)
τῆς χειρός of the hand (ἑνικὸν γενικῆς)
LSJ 285 Her.
Xen.
δάκτυλος finger or toe
ὁ δάκτυλος the finger or toe (ἑνικὸν ὀνομαστικῆς)
τοῦ δακτύλου of the finger or toe (ἑνικὸν γενικῆς)
οἱ δάκτυλοι the fingers or the toes (πληθυντικόν ὀνομαστικῆς)
LSJ 231 Her.
Xen.
κοιλία
cavity of the body
ἡ κοιλία, τῆς κοιλίας
LSJ
216 Her.
Xen.
θώραξ
trunk, thorax
ὁ θώραξ the trunk or thorax (τοῦτο τὸ ὄνομα ἑνικὸν καὶ τῆς ὀνομαστικῆς πτώσεως)
τοῦ θώρακος of the trunk (or thorax) (τὸ ὄνομα ἑνικόν καὶ τῆς γενικῆς πτώσεως)
LSJ
256 Her.
Xen.
γαστήρ stomach
ἡ γαστήρ, τῆς γαστέρος
LSJ

259 Her.
Xen.
σκέλος leg
τὸ σκέλος the leg (τοῦτο τὸ ὄνομα ἑνικὸν καὶ τῆς τε ὀνομαστικῆς καὶ αἰτιατικῆς πτώσεως)
τοῦ σκέλους of the leg (τὸ ὄνομα ἑνικὸν καὶ τῆς γενικῆς πτώσεως)
τὰ σκέλη the legs (τὸ ὄνομα πληθυντικόν καὶ τῆς τε ὀνομαστικῆς καὶ αἰτιατικῆς πτώσεως)
LSJ 264
Her.
Xen.
πούς foot
ὁ πούς, τοῦ ποδός
LSJ 257 Her.
Xen.

Adjectives (τὰ ἐπίθετα ὀνόματα) English Definition Dict. Gram. Author
ξανθός, -ά, -όν blond
LSJ 287
πυρρός, -ά, -όν red
LSJ
287
καστάνεος, -α, -ον chestnut
LSJ
287
μέλας, μελαίνα, μέλαν
dark, black LSJ

298 Her.
ἕκαστος, ἑκάστη, ἕκαστον
each, each one
LSJ

337 Her.
Xen.
πᾶς, πᾶσα, πᾶν
every, all
LSJ

299 Her.
Xen.
ἔσχατος, ἐσχάτη, ἔσχατον
fartherest-->highest, lowest, final
LSJ

299 Her.
Xen.

Verbs (τὰ ῥήματα)
English Definition Dict. Gram. Author
φύω
I bring forth, produce, engender, cause to grow
φύονταιthey grow, spring forth
φυομένη growing (present participle, feminine, nominative singular)
LSJ
383 Her.
Xen.
ἀκούω
I hear
ἀκούομεν we hear
LSJ
383 Her.
Xen.
ἐρυθριάω I blush
ἐρυθριῶμεν we blush
LSJ
385
καλέω I call
καλεῖται is called
LSJ
385 Her.
Xen.

Adverbs (τὰ ἐπιρρήματα) English Definition Dict. Gram. Author
ἄνω up, upwards, above
LSJ
342 Her.
Xen.
ἑκατέρωθεν on both sides
LSJ
342 Her.
Xen.
κάτω down, below
LSJ
342 Her.
Xen.
ἐντός within, inside
LSJ
342 Her.
Xen.
ι